Περιεχόμενα
Rockwave. Release. Ejekt. Plisskën. Rudu Fest. Sani. Primer. Athens Music Week. Φεστιβάλ Αθηνών. Όλα αυτά είναι φεστιβάλ που διοργανώνονται στην Ελλάδα, κατά βάση στην Αθήνα, κάθε χρόνο εδώ και 3-4 χρόνια. Και δεν έχουμε καν συμπεριλάβει πολύ δυνατά φεστιβάλ σε νησιά και επαρχία, διότι σε αυτά πιο δύσκολα συναντάς μεγάλα ξένα ονόματα. Επικεντρώνουμε στην Αθήνα ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. Και για όσα θα διαβάσεις από δω και πέρα.
Πριν λίγες ημέρες, διοργανώθηκε το 1ο MAD Forum, εκεί όπου μεταξύ των διάφορων πάνελ συζήτησης, υπήρξε ένα που μου κέντρισε το ενδιαφέρον και άπτεται και της θεματολογίας του Intronews.
«Mega Music Events: Πολιτισμός, Ψυχαγωγία και Οικονομική Ανάπτυξη». Σε αυτό το πάνελ με συντονιστή τον δημοσιογράφο, Δημήτρη Κανελλόπουλο και συμμετέχοντες τους Ανδρέα Πανάγο, CEO της Candy Cane Events, τον Βαγγέλη Μήτση, CEO της more.com, τον Γιάννη Μιράμπιτα, Γενικό Διευθυντή του Release Athens / Fuzz Productions και τον Λεωνίδα Χριστόπουλο, Διευθύνων Σύμβουλο του ΕΚΚΟΜΕΔ-Creative Greece, βγήκαν κάποιες χρήσιμες πληροφορίες γύρω από αυτή τη βιομηχανία.
Από το πάνελ μου δημιουργήθηκαν ερωτήματα, οπότε απευθύνθηκα στους 3 του πάνελ αυτού και μας δίνουν τις γνώσεις τους, τα δεδομένα που έχουν στα χέρια τους και τις εκτιμήσεις για το μέλλον των μουσικών φεστιβάλ στην Αθήνα και την Ελλάδα εν γένει. Μέσα από τις απαντήσεις τους, κρίνεται αναγκαίο να σχηματιστούν μηχανισμοί καταγραφής των τουριστών μουσικής που έρχονται στην Αθήνα, κατά βάση, ώστε να μπορέσει να μετρηθεί η δυναμική που υπάρχει.

Γιάννης Μιράμπιτας, Γενικός Διευθυντής του Release Athens/Fuzz Productions
– Αν έπρεπε να κατατάξετε την Ελλάδα σε μια θέση ευρωπαϊκά, ως προς τα φεστιβάλ της με όλα τα κριτήρια, πού θα την τοποθετούσατε και ποια χώρα θα λέγατε πως είναι ένας ρεαλιστικός στόχος;
Σίγουρα έχει σημειωθεί πρόοδος στη φεστιβαλική σκηνή της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια, αλλά απέχουμε ακόμα ξεκάθαρα από τις μεγάλες αγορές της Ευρώπης. Αν έπρεπε να τοποθετήσουμε τη χώρα μας σε μια σχετική κατάταξη, θα έλεγα πως μάλλον βρισκόμαστε ακόμα σε σχετικά χαμηλά στρώματα και προς τη μέση.
Είναι δεδομένο πως είμαστε πάνω από αρκετές χώρες με πιο περιορισμένο ενδιαφέρον για τη μουσική βιομηχανία όμως υπάρχουν παραδείγματα πολύ επιτυχημένων διοργανώσεων στην Ανατολική Ευρώπη – Sziget (Ουγγαρία), RockFor People (Τσεχία), InMusic (Κροατία), Exit(Σερβία) – που έχουν εξελίξει τη φεστιβαλική εμπειρία σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι έχει συμβεί, μέχρι στιγμής, στην Ελλάδα.
Δεν μπαίνω καν σε συγκρίσεις με χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, το Βέλγιο, η Γαλλία, αλλά σίγουρα θα σταθώ στις περιπτώσεις της Ισπανίας και της Πορτογαλίας που αποδεικνύουν περίτρανα πως με στρατηγική, επενδύσεις και την κατάλληλη υποστήριξη, ο φεστιβαλικός τουρισμός μπορεί να αναπτυχθεί εξαιρετικά.
Χρειαζόμαστε καλύτερες υποδομές, καθώς και μια συντονισμένη προσπάθεια προώθησης των φεστιβάλ μας στο εξωτερικό. Μπορεί η γεωγραφική μας θέση να είναι δύσκολη, όσον αφορά στον τρόπο που «χαράσσουν» τις περιοδείες τους οι περισσότεροι καλλιτέχνες, αλλά το κλίμα, η φυσική ομορφιά, η γενικότερη ασφάλεια που νιώθει ο επισκέπτης στη χώρα μας αποτελούν σημαντικά πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν, πάντα σε συνδυασμό με τα ονόματα που αποφασίζουν να έρθουν στα φεστιβάλ μας τα οποία γίνονται όλο και μεγαλύτερα, κάθε χρόνο που περνάει.
Χωρίς την αναγνώριση της αξίας της μουσικής και των φεστιβάλ ως πολιτιστικό και οικονομικό αγαθό, είναι δύσκολο να γίνουν τα απαραίτητα βήματα για την αναβάθμιση της «σκηνής» μας.
– Τα τελευταία 3 χρόνια βλέπουμε μια μεγάλη στήριξη του κοινού στα φεστιβάλ, τα sold outs γίνονται εν ριπή οφθαλμού σε πάρα πολλές περιπτώσεις. Σας ξαφνιάζει αυτό, δεδομένων των οικονομικών συνθηκών στη χώρα;
Νομίζω πως έχουν υπάρξει κάποια μεμονωμένα sold-out, κυρίως σε συναυλίες με χαρακτήρα “mega-event” (π.χ. Coldplay) ή σε headline shows που πραγματοποιούνται σε σαφώς μικρότερους χώρους – που δείχνουν, πάντως, τη δυναμική που σίγουρα υπάρχει όταν το ελληνικό κοινό ενδιαφέρεται για κάτι, παλαιότερο και πιο καθιερωμένο ή νέο και συναρπαστικό. Υπάρχει αυξημένη στήριξη στα φεστιβάλ αλλά τα εισιτήρια δεν εξαντλούνται, από τη στιγμή που μιλάμε για πολύ μεγαλύτερες χωρητικότητες και πολυήμερες εκδηλώσεις.
Έχουν υπάρξει μεμονωμένες εξαιρέσεις (π.χ. Arctic Monkeys) αλλά απέχουμε ακόμα πολύ από ανάλογες διοργανώσεις στο εξωτερικό, όπου τα εισιτήρια πολλές φορές εξαντλούνται πριν καν υπάρξουν ανακοινώσεις ονομάτων!
Σε κάθε περίπτωση, παρά τις οικονομικές δυσκολίες, παραμένει εντυπωσιακή η αύξηση του ενδιαφέροντος για live shows, αλλά όχι απαραίτητα απρόσμενη. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι που εξηγούν αυτή την τάση όπως η ανάγκη για ζωντανές εμπειρίες μετά την πανδημία και το γεγονός ότι ο κόσμος έχει περισσότερη διάθεση να ξοδέψει χρήματα σε φεστιβάλ και συναυλίες, καθώς τα βλέπει – και πολύ σωστά – ως μοναδικές εμπειρίες που θα τον συντροφεύουν μια ολόκληρη ζωή.
Ταυτόχρονα, οι fans της μουσικής θεωρούν τη συναυλιακή εμπειρία προτεραιότητα, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι θα περικόψουν έξοδα από άλλους τομείς της ζωής τους ώστε να δουν το αγαπημένο τους συγκρότημα από κοντά. Φεστιβάλ όπως το Release Athens, προσελκύουν κυρίως νέους οι οποίοι είναι πιο πρόθυμοι να ξοδέψουν χρήματα στη διασκέδασή τους, ενώ παρατηρούμε ότι εκμεταλλεύονται σε πολύ μεγάλο ποσοστό τις εκάστοτε ειδικές προσφορές (προσφέρουμε για παράδειγμα διήμερα/τριήμερα εισιτήρια, πληρωμή σε άτοκες δόσεις και άλλες παρόμοιες διευκολύνσεις).
Τέλος, ένα σημαντικό ποσοστό των εισιτηρίων (τουλάχιστον στο δικό μας φεστιβάλ) αγοράζεται από ξένους επισκέπτες, γεγονός που δίνει επιπλέον ώθηση στην αγορά, ανεξάρτητα από την τοπική οικονομική κατάσταση. Οπότε, παρόλο που οι οικονομικές συνθήκες παραμένουν δύσκολες, το φεστιβαλικό κοινό συνεχίζει να επενδύει σε αυτό που αγαπά, ενώ η ζήτηση, ειδικά για μεγάλα ονόματα, παραμένει πολύ υψηλή.
– Υπάρχουν στατιστικά για τους μη κατοίκους Ελλάδας που έρχονται στα φεστιβάλ, υπάρχει κάποιο στοιχείο για το κέρδος που έχει η Ελλάδα από την παρουσία τους εδώ; Γνωρίζουμε τον τζίρο του music festival tourism;
Όπως προανέφερα, εμείς είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πως κάθε χρόνο έχουμε αρκετούς επισκέπτες από το εξωτερικό. Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε να υπάρχουν αντίστοιχα επίσημα στοιχεία για το σύνολο της ελληνικής φεστιβαλικής αγοράς. Είναι κάτι που θα το θέλαμε πολύ ως πληροφορία, καθώς θα άνοιγε πιθανότατα το δρόμο για το σχεδιασμό ενός θεσμικού πλαισίου ή μιας πρώτης κρατικής στήριξης του κλάδου.
Βάσει των δικών μας στατιστικών, το Release Athens έχει προσελκύσει, μόνο τα τελευταία χρόνια, περισσότερους από 40.000 επισκέπτες από το εξωτερικό. Αν υπολογίσουμε έναν μέσο όρο διαμονής τριών ημερών στην Αθήνα, με κόστος 1.500 ευρώ ανά άτομο, αυτό μεταφράζεται σε έσοδα ύψους 60.000.000 ευρώ, μόνο για την Περιφέρεια Αττικής. Οι περισσότεροι φεστιβαλικοί επισκέπτες συνεχίζουν σε κάποιο από τα πανέμορφα νησιά μας οπότε, όπως καταλαβαίνετε, το παραπάνω ποσό στην πραγματικότητα είναι κατά πολύ υψηλότερο.
Επιπλέον, στην εποχή του διαδικτύου και των social media, όπου η πληροφορία διαχέεται σε ολόκληρο τον πλανήτη στιγμιαία, η διεθνής προβολή της Ελλάδας – και ιδιαίτερα της Αθήνας – ενισχύεται σημαντικά μέσω των δημοσιεύσεων των καλλιτεχνών που συμμετέχουν, οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις είναι παγκόσμιας φήμης.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά τη Rosalia, η οποία εμφανίστηκε στο Release Athens X SNF Nostos, το 2023. Η ανάρτησή της από τον Παρθενώνα ξεπέρασε τα 1.000.000 likes μέσα σε λίγες ώρες! Κατά συνέπεια, γίνεται αμέσως αντιληπτό το πόσο συμβάλλουν ήδη τα φεστιβάλ στον τουρισμό και την ενίσχυση της τοπικής οικονομίας, ενώ οι δυνατότητες θα μπορούσαν να είναι απεριόριστες με την κατάλληλη κρατική στήριξη στο άμεσο μέλλον.
Βαγγέλης Μήτσης, CEO της more.com
– Διαθέτετε στατιστικά για τους μη κατοίκους Ελλάδας που έρχονται στα φεστιβάλ, υπάρχει κάποιο στοιχείο για το κέρδος που έχει η Ελλάδα από την παρουσία τους εδώ; Γνωρίζουμε τον τζίρο του music festival tourism;
Από τα δεδομένα που συγκεντρώνουμε μέσω των πωλήσεων εισιτηρίων στην πλατφόρμα more.com, παρατηρούμε μια εντυπωσιακή αύξηση στην προσέλευση μη κατοίκων Ελλάδας στα μουσικά φεστιβάλ από το 2015 έως σήμερα. Συγκεκριμένα, η συμμετοχή ξένων επισκεπτών έχει πολλαπλασιαστεί κατά 23 φορές, γεγονός που αποδεικνύει τη διαρκώς αυξανόμενη απήχηση των ελληνικών φεστιβάλ στη διεθνή σκηνή.
Η ενίσχυση του μουσικού τουρισμού δεν αντικατοπτρίζεται μόνο στην αγορά εισιτηρίων. Οι ξένοι επισκέπτες συμβάλλουν σημαντικά και σε άλλους κλάδους, όπως η διαμονή, η εστίαση, οι μεταφορές και οι τοπικές αγορές, δημιουργώντας μια αλυσίδα οικονομικής δραστηριότητας γύρω από τα φεστιβάλ. Παρόλο που δεν μπορούμε να δώσουμε συγκεκριμένους αριθμούς για τον συνολικό τζίρο, τα διαθέσιμα δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι η παρουσία των διεθνών επισκεπτών αποτελεί πλέον ένα ουσιαστικό κομμάτι της ανάπτυξης του μουσικού τουρισμού στην Ελλάδα.
– Ποια είναι τα SWOT (Strengths-Weaknesses-Opportunities-Threats) των φεστιβάλ στην Ελλάδα, με έμφαση περισσότερο στα εμπόδια που υπάρχουν αυτή τη στιγμή και δεν επιτρέπουν την γιγάντωσή τους στα επίπεδα του εξωτερικού, όπως Coachella κλπ;
Η ελληνική φεστιβαλική σκηνή παρουσιάζει αξιοσημείωτα δυνατά σημεία που την καθιστούν ιδιαίτερα ελκυστική, τόσο στο τοπικό όσο και στο διεθνές κοινό. Ένα από τα βασικότερα πλεονεκτήματά της είναι η ποικιλία θεματικών, με φεστιβάλ που καλύπτουν διάφορα μουσικά είδη. Η πολυμορφία αυτή δεν προσελκύει μόνο διαφορετικά κοινά, αλλά και σημαντικούς διεθνείς καλλιτέχνες που πλέον επιλέγουν να προσθέτουν την Ελλάδα ως σταθμό στις περιοδείες τους.
Παράλληλα, η ισχυρή τουριστική ταυτότητα της χώρας και η πλούσια πολιτιστική της κληρονομιά προσφέρουν στους επισκέπτες μια ξεχωριστή εμπειρία που συνδυάζει μουσική, πολιτισμό και εξερεύνηση μοναδικών τοποθεσιών.
Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες αδυναμίες που εμποδίζουν την περαιτέρω ανάπτυξη των ελληνικών φεστιβάλ σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα του εξωτερικού. Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα είναι οι υποδομές, καθώς η χώρα διαθέτει περιορισμένο αριθμό μεγάλων χώρων με κατάλληλη ακουστική και τεχνικές προδιαγραφές. Παράλληλα, οι οικονομικοί περιορισμοί αποτελούν έναν ακόμη ανασταλτικό παράγοντα, καθώς το υψηλό κόστος εξασφάλισης καλλιτεχνών, τα λειτουργικά έξοδα και η δυσκολία εύρεσης μεγάλων χορηγιών δημιουργούν εμπόδια στη βιωσιμότητα και στην ανάπτυξη των φεστιβάλ.
Παρά τις προκλήσεις, οι ευκαιρίες για την ανάπτυξη των ελληνικών φεστιβάλ είναι σημαντικές. Η διεθνής προβολή και οι στρατηγικές συνεργασίες με μεγάλα φεστιβάλ και διεθνή agencies μπορούν να συμβάλουν στην προσέλκυση περισσότερων κορυφαίων ονομάτων, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα των εγχώριων διοργανώσεων. Επίσης, η επένδυση στην τεχνολογία, όπως η χρήση τεχνητής νοημοσύνης (AI), μπορεί να βελτιστοποιήσει την εμπειρία των επισκεπτών και να δημιουργήσει προστιθέμενη αξία στα φεστιβάλ.
Την ίδια στιγμή, δεν λείπουν οι απειλές που ενδέχεται να επηρεάσουν την περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου. Ο αυξανόμενος ανταγωνισμός, τόσο εντός Ελλάδας όσο και σε γειτονικές χώρες, μπορεί να μειώσει το ενδιαφέρον του κοινού για μεμονωμένα events, καθώς η προσφορά πλέον είναι μεγάλη. Επιπλέον, η εποχικότητα των φεστιβάλ που διεξάγονται κυρίως κατά τη θερινή περίοδο σε εξωτερικούς χώρους, τα καθιστά ευάλωτα στις ακραίες καιρικές συνθήκες που επιφέρει η κλιματική αλλαγή, όπως οι καύσωνες και οι καταιγίδες, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη διεξαγωγή των εκδηλώσεων.
Συνολικά, η ελληνική φεστιβαλική σκηνή βρίσκεται σε μια φάση ανάπτυξης με σημαντικές προοπτικές. Με στοχευμένες επενδύσεις, διεθνείς συνεργασίες και έμφαση στη βελτίωση της εμπειρίας των επισκεπτών, τα ελληνικά φεστιβάλ έχουν τη δυνατότητα να καθιερωθούν ως σημαντικοί σταθμοί στον παγκόσμιο μουσικό χάρτη.
– Τα τελευταία 3 χρόνια βλέπουμε μια μεγάλη στήριξη του κοινού στα φεστιβάλ, τα sold outs γίνονται εν ριπή οφθαλμού σε πάρα πολλές περιπτώσεις. Σας ξαφνιάζει αυτό, δεδομένων των οικονομικών συνθηκών στη χώρα;
Η ισχυρή στήριξη του κοινού στα φεστιβάλ τα τελευταία χρόνια δεν μας προκαλεί έκπληξη. Μετά από μια περίοδο περιορισμών λόγω της πανδημίας, η ανάγκη του κοινού για ζωντανές εμπειρίες, διασκέδαση και κοινωνική αλληλεπίδραση έχει ενισχυθεί σημαντικά. Τα φεστιβάλ πλέον λειτουργούν ως πολυδιάστατες εμπειρίες, προσφέροντας περισσότερα από μια απλή συναυλία – πολλά περιλαμβάνουν τέχνη και άλλες δραστηριότητες, ακόμα και γαστρονομία, γεγονός που προσελκύει ένα ευρύ και ποικιλόμορφο κοινό.
Παράλληλα, οι εξελιγμένες τεχνολογικές λύσεις στην προπώληση εισιτηρίων, οι ευέλικτες τιμολογιακές πολιτικές (όπως τα early bird εισιτήρια και οι προσφορές) και η ευκολία των ψηφιακών συναλλαγών έχουν συμβάλει στην αύξηση της προσβασιμότητας, επιτρέποντας στους διοργανωτές να πετυχαίνουν υψηλές πληρότητες σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί, όπως αναφέραμε και στο συνέδριο, ότι η Ελλάδα αναδεικνύεται σταδιακά σε δημοφιλή προορισμό μουσικού τουρισμού. Τα sold-out στα μουσικά φεστιβάλ δεν οφείλονται μόνο στην εγχώρια ζήτηση, αλλά και στην αυξημένη προσέλευση διεθνών επισκεπτών, οι οποίοι επιλέγουν τη χώρα μας για να συνδυάσουν διακοπές με μοναδικές μουσικές εμπειρίες.
Συνολικά, η διατήρηση της υψηλής ζήτησης, ακόμη και σε ένα απαιτητικό οικονομικό περιβάλλον, επιβεβαιώνει ότι το κοινό συνεχίζει να επενδύει σε αξέχαστες εμπειρίες και ποιοτική ψυχαγωγία.
– Αν έπρεπε να κατατάξετε την Ελλάδα σε μια θέση ευρωπαϊκά, ως προς τα φεστιβάλ της με όλα τα κριτήρια, πού θα την τοποθετούσατε και ποια χώρα θα λέγατε πως είναι ένας ρεαλιστικός στόχος;
Η Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια, έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στον τομέα των φεστιβάλ, αλλά αν την κατατάσσαμε ευρωπαϊκά, θα την τοποθετούσαμε κάπου στη μέση της κατάταξης. Παρά τις βελτιώσεις και την ανάπτυξη του τομέα, υπάρχουν ακόμη εμπόδια που εμποδίζουν την εξέλιξή τους σε επίπεδα αντίστοιχα με αυτά των κορυφαίων διεθνών φεστιβάλ.
Ένας ρεαλιστικός στόχος για την Ελλάδα θα μπορούσε να είναι η Ισπανία, η οποία φιλοξενεί μεγάλα φεστιβάλ, όπως το Primavera Sound και το Mad Cool Festival. Αυτά τα φεστιβάλ έχουν καθιερωθεί διεθνώς και αποτελούν πόλο έλξης για πλήθος επισκεπτών από όλο τον κόσμο. Η Ελλάδα, με τις σωστές επενδύσεις, μπορεί να φιλοξενήσει φεστιβάλ παρόμοιας κλίμακας, εφόσον αξιοποιήσει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα, όπως τον τουρισμό και τη μοναδική πολιτιστική κληρονομιά.
Λεωνίδας Χριστόπουλος, Διευθύνων Σύμβουλος του ΕΚΚΟΜΕΔ-Creative Greece,
– Διαβάζοντας ένα segment όσων ειπώθηκαν στο Mad Forum και εστιάζοντας στο ότι το 2025 η αγορά των music festivals θα αγγίξει τα 100 εκατομμύρια, αυτό που θέλω να ρωτήσω είναι αν υπάρχει ένα μέγεθος ατόμων που αγοράζουν εισιτήρια για τα μουσικά φεστιβάλ στην Ελλάδα και ως προέκταση, αν υπάρχει γνώση για άτομα που δεν κατοικούν εντός Ελλάδος τα οποία έρχονται για να δουν μια συναυλία ή ένα φεστιβάλ.
Η εικόνα που έχουμε δείχνει ξεκάθαρα πως τα τελευταία χρόνια, η συμμετοχή του κοινού στα μουσικά-οπτικοακουστικά φεστιβάλ αυξάνεται διαρκώς. Αν και δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή ένα κεντρικό σύστημα καταγραφής που να μας δίνει τον απόλυτο αριθμό εισιτηρίων, μόνο τα μεγάλα φεστιβάλ – όπως το Release Athens, το Rockwave ή το Ejekt – συγκεντρώνουν από 15.000 έως και 30.000 θεατές σε κάθε διοργάνωση. Αν συνυπολογίσουμε τα περιφερειακά και θεματικά φεστιβάλ, όπως το Reworks στη Θεσσαλονίκη, το ADD στην Αθήνα ή το RiverParty στη Βόρεια Ελλάδα, τότε μιλάμε για δεκάδες χιλιάδες θεατές κάθε χρόνο.
Σε ό,τι αφορά στους επισκέπτες από το εξωτερικό, ναι, βλέπουμε ξεκάθαρα μια αυξανόμενη ροή τα τελευταία χρόνια. Έρχονται πλέον ταξιδιώτες από την Ιταλία, τη Γερμανία, τη Σερβία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίοι επιλέγουν να συνδυάσουν διακοπές με ένα μεγάλο φεστιβάλ. Το ελληνικό καλοκαίρι είναι από μόνο του πόλος έλξης – αν προσθέσεις και ένα καλό line-up, γίνεται ισχυρό κίνητρο.
– Γνωρίζετε πόσοι μη κάτοικοι Ελλάδας έρχονται στα φεστιβάλ; Υπάρχει κάποιο στοιχείο για το κέρδος που έχει η Ελλάδα από την παρουσία τους εδώ; Γνωρίζουμε τον τζίρο του music festival tourism;
Η επίσημη καταγραφή του μουσικού τουρισμού ως ξεχωριστής κατηγορίας δεν υπάρχει ακόμα στα ελληνικά στατιστικά. Παρ’ όλα αυτά, μπορούμε να έχουμε μια σαφή εικόνα με βάση τις καταναλωτικές συνήθειες των επισκεπτών. Ένας ξένος που έρχεται για ένα φεστιβάλ συνήθως μένει τουλάχιστον τέσσερις-πέντε μέρες, ξοδεύει χρήματα σε διαμονή, φαγητό, μεταφορές, ψώνια, νυχτερινή διασκέδαση και φυσικά στο ίδιο το εισιτήριο.Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, η μέση δαπάνη φτάνει τα 600 έως 1.200 ευρώ ανά άτομο.
Αν βάλουμε κάτω τα νούμερα, ακόμα και 3.000–5.000 ξένοι επισκέπτες σε ένα μόνο φεστιβάλ, δημιουργούν σημαντικό οικονομικό αποτύπωμα. Και αυτό αφορά όχι μόνο την Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, αλλά και μικρότερες περιοχές που φιλοξενούν φεστιβάλ και κερδίζουν από αυτόν τον πολιτιστικό τουρισμό.
– Ποια τα SWOT των φεστιβάλ στην Ελλάδα, με έμφαση περισσότερο στα εμπόδια που υπάρχουν αυτή τη στιγμή και δεν επιτρέπουν την γιγάντωσή τους στα επίπεδα του εξωτερικού, όπως Coachella κλπ.
Η Ελλάδα έχει μερικά πολύ ισχυρά πλεονεκτήματα. Το βασικότερο είναι η τοποθεσία: έχουμε ήλιο, καλοκαίρι, παραλίες και έναν πολιτισμό που είναι από μόνος του brand. Αυτό το “πακέτο” μπορεί να προσφέρει μια μοναδική εμπειρία σε κάποιον που ψάχνει κάτι πέρα από ένα απλό φεστιβάλ. Τα φεστιβάλ μας είναι ακόμα ανθρώπινα σε μέγεθος – δεν χάνεσαι στο πλήθος – και υπάρχει πολύ ζωντανή ενέργεια.
Από την άλλη πλευρά, τα αδύναμα σημεία είναι σοβαρά. Υστερούμε σε υποδομές: δεν έχουμε πολλούς χώρους σχεδιασμένους εξ αρχής για μαζικά events. Επίσης, η κρατική στήριξη είναι περιορισμένη. Δεν υπάρχει μια εθνική στρατηγική για την ανάδειξη της Ελλάδας ως “festival destination”. Οι χορηγίες είναι περιορισμένες και οι διοργανωτές παλεύουν με πολλές αντιξοότητες: από τη γραφειοκρατία, μέχρι το κόστος ασφάλειας και τις καιρικές εκπλήξεις.
Εδώ υπάρχει μια μεγάλη ευκαιρία. Το διεθνές κοινό ψάχνει πολιτιστικές εμπειρίες – και η Ελλάδα μπορεί να προσφέρει εμπειρίες. Αρκεί να υπάρξει καλύτερος συντονισμός όλων.
– Τα φεστιβάλ είναι sold out πριν καν ανοίξει το καλοκαίρι. Σας εκπλήσσει αυτή η στήριξη του κόσμου, δεδομένων των δύσκολων οικονομικών συνθηκών;
Νομίζω πως η άνοδος των μουσικών οπτικοακουστικών φεστιβάλ είναι συνυφασμένη με την οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων ετών αλλά όχι μόνο. Υπάρχει και το κοινωνικό επίπεδο. Ο κόσμος έχει ανάγκη να ζήσει – να βγει, να διασκεδάσει, να ξεχαστεί, να περάσει καλά. Η μουσική είναι ένα από τα πιο άμεσα μέσα έκφρασης και ανακούφισης.
Τα φεστιβάλ δεν είναι απλώς μουσικές εκδηλώσεις – είναι οπτικοακουστικές εμπειρίες ζωής. Είναι το ραντεβού του καλοκαιριού με τους φίλους σου, είναι η ενέργεια της ζωντανής μουσικής, είναι η συλλογική μνήμη. Γι’ αυτό και πολλοί νέοι – ακόμα και αν πιέζονται οικονομικά – επιλέγουν να επενδύσουν σ’ αυτή την εμπειρία, ίσως αντί να κάνουν διακοπές ή να αγοράσουν κάτι άλλο. Δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη.
– Αν έπρεπε να κατατάξετε την Ελλάδα σε μια θέση ευρωπαϊκά, ως προς τα φεστιβάλ της με όλα τα κριτήρια, πού θα την τοποθετούσατε και ποια χώρα θα λέγατε πως είναι ένας ρεαλιστικός στόχος;
Η Ελλάδα δεν ανήκει – ακόμη – στις κορυφαίες φεστιβαλικές δυνάμεις της Ευρώπης. Δεν είμαστε στην ίδια κατηγορία με την Ολλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο ή το Βέλγιο. Έχουμε, όμως, κατακτήσει τη δική μας θέση στο “μεσαίο ταμπλό” και μπορούμε να ανεβούμε. Θεωρώ ρεαλιστικό στόχο να ακολουθήσουμε το παράδειγμα χωρών όπως η Ουγγαρία ή η Πορτογαλία.
Η Ουγγαρία, για παράδειγμα, έχει χτίσει το Sziget, ένα φεστιβάλ παγκόσμιας φήμης – ξεκίνησε από χαμηλά και σήμερα είναι must για εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες. Η Πορτογαλία έχει αναπτύξει φεστιβάλ με ισχυρό branding, όπως το NOS Alive και το Primavera Sound στη Λισαβόνα. Αυτό είναι το επίπεδο που μπορούμε να διεκδικήσουμε με σοβαρότητα.
– Υπάρχουν στοιχεία για το market share της Ελλάδας στην παγκόσμια βιομηχανία των μουσικών φεστιβάλ – κάπου διάβασα πως είναι κοντά στα 10 δισ. δολάρια.
Η παγκόσμια αγορά μουσικών φεστιβάλ εκτιμάται πως πλησιάζει – και ίσως έχει ξεπεράσει ήδη – τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια. Η Ευρώπη συμμετέχει με ένα ποσοστό γύρω στα 2–2,5 δισ. ευρώ. Η Ελλάδα, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, έχει μικρό μερίδιο – πιθανότατα κάτω από το 1% αυτής της πίτας.
Αυτό, όμως, δεν είναι απαραίτητα αρνητικό. Είναι ένδειξη του τεράστιου περιθωρίου ανάπτυξης που έχουμε μπροστά μας. Με στοχευμένες επενδύσεις, δημιουργία υποδομών και προβολή της χώρας μας ως πολυσυλλεκτικού φεστιβαλικού προορισμού, μπορούμε να διεκδικήσουμε μεγαλύτερο κομμάτι αυτής της αγοράς. Δεν μας λείπει ούτε η έμπνευση, ούτε οι ικανοί και έμπειροι διοργανωτές – μας λείπουν η στήριξη και η στρατηγική.