Περιεχόμενα
Διαβάζοντας ότι ο σκηνοθέτης Έρολ Μόρις, δημιουργός μερικών από τα πιο σημαντικά «ερευνητικά» – και εξόχως υποβλητικά – ντοκιμαντέρ στην ιστορία (Gates of Heaven, The Thin Blue Line, A Brief History of Time, The Fog of War), είναι ο δημιουργός του ντοκιμαντέρ «CHAOS: The Manson Murders», που προβάλλεται αυτές τις ημέρες στο Netflix, είπα ότι αξίζει να ξενυχτίσω για να μάθω στοιχεία που δε γνώριζα για τον Τσάρλς Μάνσον.
Το ντοκιμαντερ του Netflix βασίζεται στο βιβλίο «CHAOS: Charles Manson, the CIA, and the Secret History of the Sixties» του δημοσιογράφου και συγγραφέα Τομ Ο’ Νιλ, ο οποίος είναι παρών καθ’ όλη τη διάρκεια του ντοκιμαντέρ, παραθέτοντας με ψύχραιμο και πειστικό τρόπο τα ευρήματα, τα στοιχεία, τις αμφιβολίες, τις υποθέσεις και τις εμμονές του.
Όπως αναφέρει ο ίδιος στο ντοκιμαντέρ του Netflix, δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν απόλυτες βεβαιότητες για μια ιστορία με τόσα πολλά και περίπλοκα στοιχεία. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύει πως πίσω από το φρικτό και αιματηρό ξέσπασμα των νέων «αποστόλων» του Μάνσον, κρύβονται μυστικά προγράμματα της CIA για τον «έλεγχο της σκέψης», όπως το γνωστό πρόγραμμα MKUltra, καθώς και τις μυστικές επιχείρησεις παρείσφρησης της CIA και του FBI σε αριστερές και ριζοσπαστικές οργανώσεις, με τις κωδικές ονομασίες CHAOS και Cointelpro αντίστοιχα.
Στο ντοκιμαντέρ του netflix κατατίθενται στοιχεία και ντοκουμέντα που υποδεικνύουν τις πιθανές συνδέσεις του Μάνσον με τον σκοτεινό κόσμο των μυστικών υπηρεσιών, σε μια εποχή γεμάτη πολιτική παράνοια. Υπάρχουν ενδείξεις για πλήθος παράξενων περιστατικών και “σατανικών” συμπτώσεων, όμως δεν υπάρχουν αδιαμφισβήτητα αποδεικτικά στοιχεία ή σαφείς απαντήσεις.
Αυτό που παραμένει ωστόσο ιδιαίτερα ενδιαφέρον και σκοτεινά γοητευτικό στην όλη ιστορία είναι το βασικό ερώτημα: Πώς κατάφερε ένας αδιάφορος μικροκακοποιός με φιλοδοξίες τραγουδιστή, όπως ο Μάνσον, να κάνει τόσο απόλυτη πλύση εγκεφάλου σε τόσους ανθρώπους, αποδεσμεύοντάς τους από κάθε ηθική, λογική, δεοντολογία και ανθρωπιά; Ακόμα και χρόνια αργότερα, οι ίδιοι, όπως εξομολογούνταν, δεν μπόρεσαν να βρουν μια πειστική απάντηση. Το μόνο που γνωρίζουν είναι ότι, παρά τα τόσα χρόνια που έχουν περάσει, ο Μάνσον συνεχίζει να υπάρχει στο μυαλό τους.

Η αρχή
Το καλοκαίρι του 1969, ο Τσαρλς Μάνσον, ήταν γνωστός ως ένας χίπης ψευδό-«μεσσίας» που ισχυριζόταν ότι ήταν ο γιος του Χριστού, του Σατανά και του Χίτλερ μαζί, έστειλε τους ημίτρελους «αποστόλους» του να πραγματοποιήσουν μια σειρά από δολοφονικές επιδρομές σε όλο το Λος Άντζελες. Η συμμορία του βασιζόταν στο τρίπτυχο: σεξουαλική απελευθέρωση, ναρκωτικά και παραθρησκεία.
Ο Μάνσον υποστήριζε ότι έπρεπε να κάνουν ένα έγκλημα που θα τραβήξει την προσοχή του πλανήτη. Έχοντας εμμονή με τους Beatles, θεωρούσε ότι οι μαύροι θα εξεγείρονταν, θα νικούσαν τους λευκούς, θα καταστρέφονταν ο κόσμος, αλλά η δική του “οικογένεια”, όπως ονόμαζε το κοινόβιο, θα ήταν η μόνη που θα επιζούσε.
Το τραγούδι «Ηelter Skelter» των Beatles, έπαιζε μεγάλο ρόλο στα στρατηγικά σχέδια του Μάνσον. Το καλοκαίρι του 1969 πλησίαζε, ωστόσο οι μαύροι δεν είχαν εξεγερθεί όπως ο ίδιος προφήτευε. Αποφάσισε λοιπόν να διαπράξει ένα αποτρόπαιο έγκλημα και να κατηγορηθούν γι’ αυτό οι μαύροι, ώστε να μπορέσουν να εξεγερθούν.
Για αρχή, έσφαξαν την ηθοποιό Σάρον Τέιτ, που τότε ήταν 8 μηνών έγκυος στο παιδί του Ρομάν Πολάνσκι, μαζί με άλλους 4 φίλους της. Η ηθοποιός είχε βγει έξω για ένα γρήγορο γεύμα στο αγαπημένο της εστιατόριο, το El Coyote, με τους φίλους της Τζέι Σέμπρινγκ (κομμωτής διασημοτήτων και ιδρυτής της εταιρείας κομμωτικής Sebring International), Βόιτσεχ Φρικόβσκι (Playboy), και Άμπιγκεϊλ Φόλγκερ (κληρονόμο αυτοκρατορίας καφέ). Οι φίλοι θα επιστρέψουν στο σπίτι της Sharon, περίπου στις 22:30.
Το επόμενο πρωί, μόλις έφτασε στην έπαυλη η γυναίκα που έκανε τις δουλειές του σπιτιού, αντίκρισε ένα τρομακτικό θέαμα. Νεκρά σώματα “σκορπισμένα” γύρω από το σπίτι και αίματα παντού.
Κατά τη διάρκεια της νύχτας, τέσσερα μέλη της «οικογένειας» του Μάνσον, ο Τσαρλς Γουάτσον, η Σούζαν Άτκινς, η Πατρίσια Κρένγουινκελ, και η Λίντα Κασαμπιάν, παραβίασαν την πόρτα ασφαλείας και έκοψαν τις τηλεφωνικές γραμμές.
Οι τρεις (εκτός της Κασαμπιάν που κρατούσε τσίλιες) κατευθύνθηκαν προς το σπίτι και το πρώτο άτομο που συνάντησαν ήταν ο Στίβεν Πάρεντ, ένας φίλος της οικονόμου, που εκείνη την ώρα έμπαινε στο αυτοκίνητό του. Ο Μάνσον του κάρφωσε ένα μαχαίρι και τον πυροβόλησε τέσσερις φορές στο πρόσωπο από κοντινή απόσταση.
Η Σάρον Τέιτ μαχαιρώθηκε δεκαέξι φορές στην πλάτη και το στήθος. Την ώρα που τη μαχαίρωναν, φέρεται να παρακάλεσε τους δολοφόνους να χαρίσουν τη ζωή στο αγέννητο παιδί της. Η παράκλησή της όμως θα συναντούσε έναν τοίχο, καθώς η Άτκινς θα της φωνάξει: «εγώ δεν νοιάζομαι για σένα ή το μωρό σου».
Με το αίμα της 26χρονης Σάρον Τέιτ, οι δολοφόνοι έγραψαν στην εξώπορτα τη λέξη «γουρούνι». Μια προφανής αναφορά στο λευκό κατεστημένο που ο Μάνσον θεωρούσε ότι εκπροσωπούνταν από τη Σάρον Τέιτ. Ένα ξεχασμένο αποτύπωμα της Άτκινς σε μια πόρτα τρεις μήνες μετά, οδήγησε τις Αρχές στην «Οικογένεια». Τα μέλη οδηγήθηκαν σε δίκη, καταδικάστηκαν σε θάνατο, αλλά το 1972, από μια αλλαγή στη νομοθεσία της Καλιφόρνιας, οι ποινές μειώθηκαν σε ισόβια κάθειρξη.
Την επόμενη νύχτα, η «απόστολοι» έσφαξε έναν άλλον άνδρα και τη σύζυγό του, αφήνοντας ένα… πιρούνι καρφωμένο στο στήθος του.
Άλλα πτώματα ξεφορτώθηκαν στην Κοιλάδα του Θανάτου ή στο ίδιο αυτό κινηματογραφικό ράντσο όπου ο Κουέντιν Ταραντίνο έστησε την προ ετών ταινία του με τίτλο «Once Upon a Time… in Hollywood» –η οποία τελειώνει με το… αμόκ των οπαδών του Μάνσον.
Όταν άρχισαν οι «ενοχλητικές» ερωτήσεις…
Οι δολοφόνοι, γνωστοί ως «Οικογένεια», φαίνεται να επέλεγαν τα θύματά τους τυχαία και δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για τις περιουσίες που λήστευαν. Οι δολοφονίες τους ήταν πράξεις χωρίς προφανές κίνητρο, σχεδόν σαν μια τελετουργία του Απόλυτου Κακού. Τουλάχιστον έτσι νομίζαμε μέχρι που ο Τομ Ο’Νιλ άρχισε να κάνει ενοχλητικές ερωτήσεις.
Η έρευνά του ξεκίνησε πριν από 25 χρόνια, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, κατόπιν μιας παραγγελίας από ένα μεγάλο κινηματογραφικό περιοδικό, και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Παρά το γεγονός ότι δεν κατάφερε ποτέ να ολοκληρώσει το άρθρο του, η έρευνά του για την υπόθεση του Μάνσον έχει γίνει το κύριο αντικείμενο της ζωής του.
Όπως λέει ο Ο’Νιλ, σταδιακά ήρθε αντιμέτωπος με σοκαριστικά ευρήματα: ένα ολόκληρο δίκτυο συνωμοσίας και παραπλανητικών στοιχείων από την αμερικανική αστυνομία, το FBI και τη CIA, που συνεργάστηκαν για να «θολώσουν» την αλήθεια γύρω από τα εγκλήματα του Μάνσον.
Ο «ένοχος» εισαγγελέας
Ο Ο’Νιλ πρώτα κατηγορεί τον εισαγγελέα Βινς Μπουλιόζι για την αλλοίωση μαρτύρων και στη συνέχεια υποστηρίζει ότι πράκτορες του FBI συνεργάστηκαν μαζί του, πιθανώς επειδή το γραφείο του Τζέι Έντγκαρ Χούβερ θεωρούσε τον Μάνσον και την ομάδα του ως «ζώα που έπρεπε να εξοντωθούν».
Η CIA εμπλέκεται όταν ο Ο’Νιλ αναρωτιέται γιατί οι υπεύθυνοι για τις αναστολές του Μάνσον ήταν τόσο χαλαροί πριν το 1969, επιτρέποντάς του να αποσυρθεί στο Σαν Φρανσίσκο. Κατά τον Ο’Νιλ, ενώ ζούσε στο ψυχεδελικό κέντρο του Haight-Ashbury, ο Μάνσον μπορεί να χρησιμοποιήθηκε ως πειραματόζωο σε ένα πρόγραμμα που περιλάμβανε την χορήγηση LSD από έναν γιατρό, ο οποίος πρότεινε το ναρκωτικό στην κυβέρνηση ως εργαλείο για τον έλεγχο του νου, το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει πληροφοριοδότες ή να δημιουργήσει «Manchurian candidates» για μυστικές αποστολές, όπως δολοφονίες, εντός ή εκτός των ΗΠΑ.
Το κεντρικό ερώτημα λοιπόν είναι αν, πίσω στο Λος Άντζελες, ο Μάνσον χρησιμοποιούσε παρόμοιες μεθόδους για να επηρεάσει τα μέλη της «Οικογένειας».
Όπως συμβαίνει με κάθε θεωρία συνωμοσίας, η σύνδεση με τη δολοφονία του JFK είναι αναπόφευκτη. Ο Ο’Νιλ υποστηρίζει ότι ο Μάνσον αναδύθηκε από την «διχασμένη Αμερική» της εποχής του Λίντον Τζόνσον, ενός προέδρου με έντονα νευρωτική προσωπικότητα, που κήρυξε έναν πόλεμο κατά της εξεγερμένης αμερικανικής κοινωνίας.
Στο τέλος του βιβλίου του, ο Ο’Νιλ παραδέχεται ότι οι «εκκρεμότητες» δεν έχουν κλείσει, και με τόσους από τους ενόχους να είναι πλέον νεκροί, είναι μάλλον απίθανο να κλείσουν ποτέ.

Η ταινία που ακολούθησε στα βήματα του βιβλίου
Το «Chaos: The Manson Murders» – το οποίο βασίστηκε εξολοκλήρου πάνω στο βιβλίο του Ο’Νιλ – παίζεται ήδη στο Netflix.
Η ταινία, σκηνοθετημένο από τον Έρολ Μόρις συνεχίζει από εκεί που σταματά το βιβλίο του Ο’Νιλ, συνδέοντας οπτικοακουστικά τον Μάνσον με τα πειράματα της αμερικανικής κυβέρνησης που αφορούσαν τη χρήση LSD για τον έλεγχο του νου.
Ανάλογα με την ερμηνεία του κάθε θεατή ή αναγνώστη, τα στοιχεία του Ο’Νιλ συνδέονται με έναν τρόπο που δεν αποδεικνύει κατ’ ουσίαν καμία αληθινή σχέση μεταξύ τους, αλλά τα τοποθετεί σε ένα κοντινό πλαίσιο, δημιουργώντας υποψίες χωρίς να προσφέρει απόδειξη.
Ο Ο’Νιλ υποστηρίζει ότι η ευρέως αποδεκτή εκδοχή της υπόθεσης Μάνσον – σύμφωνα με την οποία ο Μάνσον έπεισε τους ακολούθους του να δολοφονήσουν τη διάσημη ηθοποιό Σάρον Τέιτ και έξι άλλους με φρικτό τρόπο για να προκαλέσουν έναν φυλετικό πόλεμο και το τέλος του κόσμου – ήταν στην πραγματικότητα μια βολική μυθοπλασία που επινόησε ο εισαγγελέας Βινς Μπουλιόζι, προκειμένου να εξασφαλίσει μια εύκολη καταδίκη των φερόμενων ως ενόχων και να προετοιμάσει το έδαφος για το βιβλίο του «Helter Skelter», το οποίο αργότερα έγινε το πιο πετυχημένο best-seller στην κατηγορία των «αληθινών εγκλημάτων».

Οι οπαδοί του Μάνσον, η «Οικογένεια», που αποτελούνταν από έφηβους δραπέτες που κρατούσε σε κατάσταση μαστούρωσης για μέρες ενώ τους κήρυττε το δήθεν «ευαγγέλιο» του, μπορεί να πίστεψαν την ιστορία που τους έλεγε. Όμως, ο Ο’Νιλ θεωρεί ότι τα κίνητρα του ίδιου του Μάνσον ήταν πολύ πιο σκοτεινά και ότι υπήρξε συντονισμένη προσπάθεια να κρατηθεί η αλήθεια κρυφή για χρόνια.
Το ντοκιμαντέρ του Μόρις, σε κάποιο βαθμό, βρίσκεται κάπου στο ενδιάμεσο, δίνοντας στον Ο’Νιλ την ευκαιρία να εκθέσει την υπόθεσή του – η οποία εμπλέκει έναν επιστήμονα, τον Λούις Τζόλιον «Τζόλι» Γουέστ, υπεύθυνο του ψυχολογικού προγράμματος MKUltra της CIA και επίσης ψυχίατρο του Τζακ Ρούμπι, του ανθρώπου που σκότωσε τον Λι Χάρβεϊ Όσβαλντ. Ταυτόχρονα, η ταινία βασίζεται σε καταγεγραμμένες συνεντεύξεις του Μάνσον και των οπαδών του, καθώς και σε νέες συνομιλίες του με τον εισαγγελέα Στίβεν Κέι και τον μαθητή του Μάνσον, Μπόμπι Μπόζολιλ.
Το «Chaos», ωστόσο, δεν φτάνει στο ίδιο βάθος με το βιβλίο του Ο’Νιλ, υπονοώντας ότι ο Μάνσον χρησιμοποίησε τις ίδιες τεχνικές ελέγχου του νου που χρησιμοποιούσε η CIA, για να δημιουργήσει και να προγραμματίσει πιθανούς δολοφόνους, οι οποίοι εκτελούσαν εντολές χωρίς να θυμούνται την πράξη τους.
Ο Μόρις , όμως, αφήνει να εννοηθεί ότι, όπως συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις, οι άνθρωποι είναι πιο γοητευμένοι από τις ιστορίες παρά από την ίδια την αλήθεια, και ότι πολλές σημαντικές ερωτήσεις παραμένουν αναπάντητες.
*Πηγή: Time